Η ναυτία, δηλαδή το αίσθημα δυσφορίας στο στομάχι το οποίο συνδέεται με μια αποστροφή για φαγητό και μια αίσθηση ότι θα ακολουθήσει εμετός (όπως συχνά συμβαίνει), είναι ένα σύμπτωμα που απαντάται συχνά με μια ποικιλία πιθανών αιτιών. Θεωρείται ότι λειτουργεί ως προστατευτικός μηχανισμός, προειδοποιώντας τον οργανισμό να αποφύγει μια πιθανώς τοξική κατάποση. Οι βασικοί μηχανισμοί που εμπλέκονται στη ναυτία είναι πολύπλοκοι και περιλαμβάνουν ψυχολογικές καταστάσεις, το κεντρικό νευρικό σύστημα, το αυτόνομο νευρικό σύστημα (τμήμα του νευρικού συστήματος το οποίο ρυθμίζει τις σπλαχνικές λειτουργίες), γαστρικές δυσρυθμίες και το ενδοκρινικό σύστημα. Κάθε άτομο έχει ένα «όριο» ως προς το αίσθημα της ναυτίας το οποίο μεταβάλλεται λεπτό προς λεπτό. Σε κάθε δεδομένη στιγμή, το όριο εξαρτάται από την αλληλεπίδραση ορισμένων εγγενών παραγόντων του εκάστοτε ατόμου σε συνδυασμό με συναισθηματικές μεταπτώσεις. Αυτή η δυναμική αλληλεπίδραση πιθανότατα εξηγεί τη διαφοροποίηση του φαινομένου μεταξύ ατόμων. Επίσης, σημαντικό ρόλο στην δημιουργία του ερεθίσματος που προκαλεί ναυτία έχουν οι νευροδιαβιβαστές σεροτονίνη, ντοπαμίνη, ισταμίνη και ακετυλοχολίνη, οι οποίοι σε διαφορετικούς συνδυασμούς δρουν ως διαμεσολαβητές του σπλαχνικού, του αιθουσαίου συστήματος (βασικο αισθητηριακό σύστημα, που βρίσκεται στο εσωτερικό του αυτιού και σχετίζεται με την ισορροπία και τον προσανατολισμό) καθώς και χημειοϋποδοχέων.
