Το φάρμακο Tamiflu έχει ως δραστική ουσία την οσελταμιβίρη, η οποία χρησιμοποιείται για την έγκαιρη θεραπεία της γρίπης που προκαλείται από τον ιό Influenza A ή B. Σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, μπορεί να χορηγηθεί και προληπτικά.
Η οσελταμιβίρη ανήκει στην κατηγορία των αντιικών φαρμάκων που ονομάζονται αναστολείς της νευραμινιδάσης. Με απλά λόγια, το φάρμακο μπλοκάρει μια πρωτεΐνη στην επιφάνεια του ιού, η οποία είναι απαραίτητη για την απελευθέρωση και τη διάδοση των ιικών σωματιδίων από κύτταρο σε κύτταρο. Έτσι, περιορίζεται η εξάπλωση της λοίμωξης μέσα στον οργανισμό.
Η οσελταμιβίρη δεν είναι η μοναδική ουσία που χρησιμοποιείται εναντίον του ιού Influenza. Υπάρχουν και άλλοι αναστολείς της νευραμινιδάσης με παρόμοιο ρόλο, καθώς και διαφορετικά αντιικά φάρμακα που δρουν στον ίδιο ιό μέσω άλλων μηχανισμών.
Γενικότερα, τα φάρμακα κατά του ιού Influenza αποτελούν μόνο ένα μέρος των διαθέσιμων αντιικών θεραπειών. Για παράδειγμα, έχουν αναπτυχθεί και χρησιμοποιούνται ευρέως φάρμακα εναντίον του HIV (Human Immunodeficiency Virus), του HCV (Hepatitis C Virus) και άλλων ιών. Παρ’ όλα αυτά, η ανάπτυξη ασφαλών και αποτελεσματικών αντιικών φαρμάκων παραμένει μια μεγάλη επιστημονική πρόκληση.
Ο λόγος είναι ότι οι ιοί εκμεταλλεύονται τους ίδιους μηχανισμούς των κυττάρων του σώματός μας για να πολλαπλασιαστούν, γεγονός που καθιστά δύσκολη την καταστροφή τους χωρίς να προκληθεί βλάβη στα υγιή κύτταρα. Επιπλέον, ορισμένοι ιοί αναπτύσσουν γρήγορα αντοχή στα φάρμακα, ενώ συχνά τα αποτελέσματα των εργαστηριακών πειραμάτων δεν αντικατοπτρίζουν πλήρως το τι συμβαίνει μέσα στον ανθρώπινο οργανισμό, με αποτέλεσμα ορισμένες θεραπείες να αποτυγχάνουν στην πράξη.
